Η συνέντευξη του Ιατρού δημοσιεύθηκε στο «Πρώτο Θέμα»
Παθολογία του αυχένα και η σημασία του νωτιαίου μυελού
Η ουσιώδης διαφορά της παθολογίας του αυχένα (του λαιμού μας) και της παθολογίας της κατώτερης μοίρας σπονδυλικής στήλης (της μέσης μας) είναι ότι ο αυχένας φιλοξενεί τον νωτιαίο μυελό. Ο νωτιαίος μυελός είναι ένα κομβικό όργανο του ανθρώπου με την έννοια ότι δεν ελέγχει απλά τα νεύρα που βγαίνουν από μία συγκεκριμένη περιοχή όπως γίνεται στην οσφυϊκή μοίρα.
Ελέγχει όλο το σώμα από κάθε σημείο του προς τα κάτω. Με λίγα λόγια, αν έχουμε ένα πρόβλημα στη μέση του λαιμού μας, αυτό το πρόβλημα ενδέχεται να προκαλέσει δυσλειτουργία σε όλο το σώμα μας από αυτό το σημείο στο λαιμό και κάτω, δηλαδή και στα χέρια και στα πόδια μας ή ακόμα και στην αναπνοή μας.
Το παραπάνω στοιχείο καθιστά την παθολογία του αυχένα πάρα πολύ σημαντική.
Πρέπει όλοι οι ασθενείς να γνωρίζουν ότι σε περίπτωση που νιώθουν κάποια ενόχληση στον αυχένα η οποία ταξιδεύει στα χέρια ή και στα πόδια, θα πρέπει πάντα να γίνεται διερεύνηση. Η μαγνητική τομογραφία αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, είναι ένα απαραίτητο βήμα σε περίπτωση που υποψιαζόμαστε κάποια παθολογία του αυχένα», εξηγεί ο κ. Αλέξανδρος Μπλιώνας, Νευροχειρουργός, Επιστημονικός συνεργάτης Metropolitan General.
Άλλη μία σημαντική διαφορά μεταξύ αυχένα και οσφυϊκής μοίρας, είναι η ταχύτητα με την οποία θα πρέπει να γίνει η αντιμετώπιση. Όταν έχουμε μία ενόχληση στο πόδι από ένα πρόβλημα στη μέση μπορούμε να περιμένουμε, να χρησιμοποιήσουμε συντηρητικά μέσα και να δούμε πως θα πάει.
Στον αυχένα όμως εφόσον δούμε ότι έχει επηρεαστεί η λειτουργία του νωτιαίου μυελού, δηλαδή έχουμε μουδιάσματα σε χέρια και σε πόδια μαζί με αδυναμία, σε αυτήν την περίπτωση θα πρέπει να αντιμετωπίζουμε την κατάσταση πιο άμεσα και πιο δραστικά. Οι συνέπειες αν αγνοήσουμε ένα τέτοιο πρόβλημα μπορεί να είναι ακόμα και παράλυση. Επομένως είναι σημαντικό σε περίπτωση που υπάρχουν συμπτώματα να γίνεται πάντα εκτίμηση από νευροχειρουργό και να γίνονται οι απαραίτητες εξετάσεις ώστε να μπορούμε να προχωρήσουμε γρηγορότερα στην κατάλληλη αντιμετώπιση.
Θεραπευτικές επιλογές
Μια νευροχειρουργική βλάβη (βλάβη η οποία χρήζει αντιμετώπισης από νευροχειρουργό) στον αυχένα μπορεί να αντιστοιχεί, σε κάποιο δίσκο ο οποίος πιέζει το νωτιαίο μυελό, ή σε κάποια υπερτροφία (κοινώς κάποιο φούσκωμα) των συνδέσμων ή των οστών που πιέζει το νωτιαίο μυελό. Η πίεση αυτή μπορεί να επηρεάσει και τα νεύρα τα οποία εξέρχονται από αυτόν, τα οποία ελέγχουν κυρίως τα χέρια μας.
Οι λύσεις περιλαμβάνουν αρχικά όπως και στη μέση μας συντηρητική αγωγή με φάρμακα, παυσίπονα και αντιφλεγμονώδη. Η διαφορά όμως είναι ότι σε περίπτωση που υπάρχει συμπτωματολογία που υποδεικνύει βλάβη του νωτιαίου μυελού όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, προχωράμε κατευθείαν σε χειρουργική αποσυμπίεση για τη διάσωση του νωτιαίου μυελού.
Οι επισκληρίδιες ενέσεις στον αυχένα παίζουν πολύ μικρότερο ρόλο από ό,τι στα προβλήματα στη μέση μας, και ένας από τους βασικούς λόγους που συμβαίνει αυτό είναι ο κίνδυνος τραυματισμού του νωτιαίου μυελού κατά τη διάρκεια μιας ένεσης αλλά και επίσης ο κίνδυνος του να αφήσουμε μία βλάβη του νωτιαίου μυελού να εξελίσσεται με τις ανάλογες συνέπειες.
Τα όπλα σε περίπτωση που υπάρχει βλάβη του νωτιαίου μυελού, η οποία όπως αναφέραμε εκδηλώνεται με μουδιάσματα και αδυναμία σε χέρια και σε πόδια συνήθως σε συνδυασμό με κάποιες ενοχλήσεις στο λαιμό μας, είναι αρκετά περιορισμένα.
Χειρουργική αντιμετώπιση
«Χειρουργικές λύσεις στον αυχένα μας υπάρχουν κατά βάση δύο, η αποσυμπίεση από μπροστά και η αποσυμπίεση από πίσω. Και στις δύο περιπτώσεις με ειδικά εργαλεία αφαιρούμε τα οστά, τους συνδέσμους και τους δίσκους που προκαλούν πίεση επί του νωτιαίου μυελού είτε με τομή στο πίσω μέρος του λαιμού μας ή με τομή στο πρόσθιο μέρος του λαιμού μας», προσθέτει ο ιατρός.
Οι ουσιαστικές διαφορές μεταξύ των δύο τεχνικών έχουν να κάνουν με την αποτελεσματικότητα της κάθε τεχνικής ανάλογα με το πόσο βαρύ είναι το πρόβλημα. Όταν ο αυχένας έχει επηρεαστεί σε πολλαπλά επίπεδα, δηλαδή σε ένα μεγάλο ποσοστό του ύψους του, η καλύτερη λύση συνήθως είναι το χειρουργείο από πίσω. Από την άλλη όταν δεν έχουν επηρεαστεί πολλά επίπεδα αλλά το ποσοστό της στένωσης δηλαδή το πόσο πολύ έχει στενέψει ο χώρος που ταξιδεύει ο νωτιαίος μυελός είναι πολύ μεγάλο, τότε καλύτερη λύση θεωρείται το χειρουργείο από μπροστά.
Επιπλέον, υπάρχει μία πληθώρα παραγόντων που επηρεάζει αυτήν την απόφαση, αλλά σε κάθε περίπτωση γίνεται μία μικρή τομή είτε στο πρόσθιο μέρος του αυχένα είτε στο οπίσθιο μέρος του αυχένα και μέσα από αυτήν την τομή περνάνε τα ειδικά εργαλεία με τα οποία αφαιρούνται οστά, δίσκοι και σύνδεσμοι τα οποία πιέζουν τις νευρικές δομές.
Όταν γίνεται από μπροστά το χειρουργείο χρειάζονται πάντα υλικά, πρέπει δηλαδή στο σημείο που θα έχουμε επέμβει να μπει ένα συγκεκριμένο υλικό για να στηρίξει τους σπονδύλους.
Όταν γίνεται το χειρουργείο από πίσω δεν είναι πάντα απαραίτητο αυτό, είναι όμως απαραίτητο όταν χειρουργηθούν πάρα πολλά επίπεδα και όταν υπάρχει περίπτωση ο ασθενής να παρουσιάσει αστάθεια μετά το χειρουργείο. Με τον όρο αστάθεια εννοούμε να μετακινούνται οι σπόνδυλοι μεταξύ τους και να αλλάζει η φυσιολογική τους ανατομική σχέση, κάτι το οποίο μπορεί να οδηγήσει σε έντονους πόνους και συμπτώματα στον ασθενή.
Είναι ασφαλές να αποφύγουμε το χειρουργείο;
Σαν ασθενείς αυτό που θα πρέπει να ξέρουμε είναι ότι οι πόνοι στον αυχένα οι οποίοι συνοδεύονται από πόνους στα χέρια ή στα πόδια, ή συμπτώματα στον αυχένα (μουδιάσματα, αδυναμία) που συνοδεύονται από συμπτώματα στα χέρια και στα πόδια ταυτόχρονα, πρέπει πάντα να μας κινούν την προσοχή και πρέπει πάντα να τα ψάχνουμε.
Το αποτέλεσμα, εάν αγνοήσουμε κάποια σοβαρή παθολογία του αυχένα μας, μπορεί είναι εξαιρετικά δυσάρεστο.
Το άλλο βασικό στοιχείο που πρέπει να ξέρει κάθε ασθενής είναι ότι η παθολογία του αυχένα αντιμετωπίζεται αρκετά συχνότερα χειρουργικά, χρειάζεται αρκετά συχνότερα πιο άμεση αντιμετώπιση, και απαντάει αρκετά λιγότερο στη συντηρητική αγωγή καθιστώντας τον ρόλο της συντηρητικής αγωγής πιο περιορισμένο σε αυτές τις παθολογίες.
«Επομένως στη συχνή ερώτηση εάν μπορώ να αποφύγω το χειρουργείο όταν έχω έναν πόνο η σύμπτωμα νευροχειρουργικής αιτιολογίας στον αυχένα σε συνδυασμό με πόνο / σύμπτωμα στα χέρια ή στα πόδια, είναι ότι αρκετά συχνά δεν γίνεται να το αποφύγω, και δεν πρέπει να το αποφύγω. Αν τα συμπτώματα περιορίζονται σε καθαρό πόνο τότε ναι, μπορώ να το αποφύγω απλά τα όπλα για την αντιμετώπιση αυτού του πόνου είναι αρκετά περιορισμένα.
Συμπερασματικά λοιπόν, όταν έχουμε κάποιο πρόβλημα στον αυχένα που συνοδεύεται από πόνο ή συμπτώματα στα χέρια στα πόδια και στο λαιμό μας, θα πρέπει πάντα να κάνουμε μαγνητική ώστε να επιβεβαιώσουμε ή να αποκλείσουμε κάποια παθολογία της αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης και να μας εξετάζει πάντα νευροχειρουργός.
Σε περίπτωση που υπάρχει νευροχειρουργική παθολογία που πιέζει και προκαλεί συμπτώματα μουδιάσματος ή αδυναμίας στα χέρια και στα πόδια πρέπει πάντα να αντιμετωπίζεται χειρουργικά. Η συντηρητική αγωγή έχει ρόλο όταν ο ασθενής έχει απλά πόνο, έχει όμως μέτρια αποτελεσματικότητα και ο ρόλος των εναλλακτικών τεχνικών όπως οι επισκληρίδιες ενέσεις είναι εξαιρετικά περιορισμένος», καταλήγει ο κ. Μπλιώνας.
Η σωστή χρήση της σπονδυλοδεσίας
Πολλοί ασθενείς παρουσιάζουν πόνο στην μέση σε συνδυασμό με πόνο στο πόδι. Πολύ συχνά μάλιστα ο πόνος είναι μόνο στο πόδι ή μόνο στην μέση.
Τα παραπάνω συμπτώματα δημιουργούν μεγάλη αναταραχή στην ζωή των ασθενών, οι οποίοι συχνά δεν μπορούν να δουλέψουν, και γενικότερα δεν μπορούν να φέρουν εις πέρας την καθημερινότητά τους.
Το πρώτο βήμα φυσικά σε οποιοδήποτε σύμπτωμα είναι η διερεύνηση της αιτιολογίας. Σε αρκετές περιπτώσεις μια μαγνητική τομογραφία αποκαλύπτει κάποιο Νευροχειρουργικό θέμα όπως μια κήλη δίσκου, μια μετακίνηση σπονδύλου (σπονδυλολίσθιση) ή μια στένωση στην σπονδυλική στήλη. Με απλά λόγια ο χώρος στον οποίον ταξιδεύουν τα νεύρα λιγοστεύει λόγω διαφόρων αιτιών.
Παρόλο που αυτές οι αιτίες ονομάζονται Νευροχειρουργικές η αντιμετώπισή τους δεν είναι πάντα χειρουργική.
Υπάρχουν διάφορες θεραπευτικές επιλογές οι οποίες περιλαμβάνουν διάφορα είδη φαρμάκων, ρομποτικές ενέσεις στο σημείο που υπάρχει το πρόβλημα, όπως και πολλές μη παρεμβατικές λύσεις.
Μέσα στις κοινές και απλές μη επεμβατικές λύσεις είναι η ενδυνάμωση κοιλιακών ραχιαίων μυών με περπάτημα στο νερό, κολύμβηση, διάφορα είδη γυμναστικής με έμφαση σε κοιλιακούς και ραχιαίους (όπως πχ Πιλάτες), αλλά και η απλή παρακολούθηση του προβλήματος καθότι σε ένα μεγάλο ποσοστό σχεδόν 60-70% αυτά τα συμπτώματα εξαφανίζονται από μόνα τους με τον χρόνο.
Σε περίπτωση που οι παραπάνω απλούστερες λύσεις δεν λύσουν το πρόβλημα και εφόσον ο ασθενής έχει δοκιμάσει ικανό αριθμό λύσεων για τουλάχιστον 6 μήνες χωρίς ικανοποιητικό αποτέλεσμα, υπάρχει και η χειρουργική λύση.
Με την χρήση ειδικών εργαλείων δημιουργούμε χώρο για τα νεύρα μας αφαιρώντας οστά συνδέσμους ή και δίσκους οι οποίοι μπορεί να δημιουργούν πίεση στην σπονδυλική στήλη. Ο ασθενής συνήθως ανακουφίζεται άμεσα με πολύ καλά ποσοστά βραχυπρόθεσμης επιτυχίας άνω του 90%.
Συνήθως η επιλογή αντιμετώπισης δεν είναι πολύ απλή με την έννοια ότι είναι σημαντικό η απόφαση να λαμβάνεται εξατομικευμένα με βάση τις ανάγκες του κάθε ασθενούς.
Η χειρουργική παρέμβαση μακροπρόθεσμα σε συγκεκριμένες περιπτώσεις έχει παρόμοια αποτελέσματα με τις μη επεμβατικές λύσεις, ενώ οι χειρουργικές λύσεις φέρουν και έναν μικρό κίνδυνο επιπλοκών. Επιπλέον άτομα ηλικιωμένα με προβλήματα υγείας φέρουν αυξημένο κίνδυνο επιπλοκών και επομένως αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και να ζυγίζεται κατά την απόφαση της στρατηγικής αντιμετώπισης.
Η σωστή πρακτική είναι να ενημερώνεται ο ασθενής για τα υπέρ και τα κατά κάθε λύσης χειρουργικής ή μη και να συναποφασίζει με τον γιατρό.
Θα πρέπει να συζητιούνται οι ανάγκες, και οι προσδοκίες που έχει, και να δημιουργούνται ρεαλιστικοί εξατομικευμένοι στόχοι. Στο τέλος κάθε λύση θα πρέπει να ζυγίζεται ανάλογα με το πόσο κοντά βρίσκεται στους στόχους και τις ανάγκες κάθε ασθενούς και το όφελος της να συγκρίνεται με τον κίνδυνο τον οποίο φέρει.
Η τελική επιλογή ανήκει πάντα στον ασθενή, ο οποίος ενημερωμένος αποφασίζει για το ποια λύση εξυπηρετεί περισσότερο τις ανάγκες του.
Για παράδειγμα ένας ηλικιωμένος άνθρωπος με σοβαρή στένωση στην σπονδυλική στήλη και μετακίνηση των σπονδύλων του με πολλά προβλήματα όπως σάκχαρο και στεφανιαία νόσο θα ενημερωθεί για τον εξαιρετικά αυξημένο κίνδυνο της χειρουργικής λύσης. Επιπλέον, οι στόχοι για έναν ασθενή που ούτως η άλλως είναι κλινήρης λόγω των προβλημάτων υγείας του είναι πιο συντηρητικοί και επομένως η αξία ενδεχόμενης χειρουργικής παρέμβασης είναι μειωμένη. Θα ενημερωθεί επιπλέον για την ασφάλεια που έχουν οι ρομποτικές ενέσεις στην σπονδυλική του στήλη και την αποτελεσματικότητα που προσφέρουν, η οποία είναι παρόμοια αν και περισσότερο μακροπρόθεσμη και αργή από την χειρουργική λύση. Η πρόταση του ιατρού στον συγκεκριμένο ασθενή θα ήταν να κάνει τις ενέσεις και να αποφύγει το χειρουργείο
Ένα άλλο παράδειγμα είναι ένας νέος ασθενής που ασχολείται με τον αθλητισμό χωρίς προβλήματα υγείας ο οποίος μπορεί να έχει μια κήλη μεσοσπονδύλιου δίσκου που του δημιουργεί έντονα συμπτώματα. Ο ασθενής αυτός σαν στόχο έχει να επιστρέψει άμεσα στην ενεργό δράση. Στον συγκεκριμένο ασθενή με βάση τις ανάγκες του ο ιατρός θα προτείνει την χειρουργική αντιμετώπιση.
Με αυτόν τον τρόπο προσφέρουμε εξατομικευμένες λύσεις σε κάθε ασθενή με βάση τις ανάγκες του για να βοηθήσουμε τον ασθενή μέσα στον κόσμο στον οποίο ζει. Αυτή είναι η φιλοσοφία που θα πρέπει να ακολουθήσει η νευροχειρουργική αλλά και γενικότερα η ιατρική για να αυξήσει την προσφορά της αλλά και το συνολικό της όφελος προς το κοινωνικό σύνολο.
———————–
Ισχιαλγία, πόνος στο πόδι και μη επεμβατικές λύσεις
Πολλοί ασθενείς παρουσιάζουν πόνο στην μέση σε συνδυασμό με πόνο στο πόδι. Πολύ συχνά μάλιστα ο πόνος είναι μόνο στο πόδι ή μόνο στην μέση.
Τα παραπάνω συμπτώματα δημιουργούν μεγάλη αναταραχή στην ζωή των ασθενών, οι οποίοι συχνά δεν μπορούν να δουλέψουν, και γενικότερα δεν μπορούν να φέρουν εις πέρας την καθημερινότητά τους.
Το πρώτο βήμα φυσικά σε οποιοδήποτε σύμπτωμα είναι η διερεύνηση της αιτιολογίας. Σε αρκετές περιπτώσεις μια μαγνητική τομογραφία αποκαλύπτει κάποιο Νευροχειρουργικό θέμα όπως μια κήλη δίσκου, μια μετακίνηση σπονδύλου (σπονδυλολίσθιση) ή μια στένωση στην σπονδυλική στήλη. Με απλά λόγια ο χώρος στον οποίον ταξιδεύουν τα νεύρα λιγοστεύει λόγω διαφόρων αιτιών.
Παρόλο που αυτές οι αιτίες ονομάζονται Νευροχειρουργικές η αντιμετώπισή τους δεν είναι πάντα χειρουργική.
Υπάρχουν διάφορες θεραπευτικές επιλογές οι οποίες περιλαμβάνουν διάφορα είδη φαρμάκων, ρομποτικές ενέσεις στο σημείο που υπάρχει το πρόβλημα, όπως και πολλές μη παρεμβατικές λύσεις.
Μέσα στις κοινές και απλές μη επεμβατικές λύσεις είναι η ενδυνάμωση κοιλιακών ραχιαίων μυών με περπάτημα στο νερό, κολύμβηση, διάφορα είδη γυμναστικής με έμφαση σε κοιλιακούς και ραχιαίους (όπως πχ Πιλάτες), αλλά και η απλή παρακολούθηση του προβλήματος καθότι σε ένα μεγάλο ποσοστό σχεδόν 60-70% αυτά τα συμπτώματα εξαφανίζονται από μόνα τους με τον χρόνο.
Σε περίπτωση που οι παραπάνω απλούστερες λύσεις δεν λύσουν το πρόβλημα και εφόσον ο ασθενής έχει δοκιμάσει ικανό αριθμό λύσεων για τουλάχιστον 6 μήνες χωρίς ικανοποιητικό αποτέλεσμα υπάρχει και η χειρουργική λύση.
Με την χρήση ειδικών εργαλείων δημιουργούμε χώρο για τα νεύρα μας αφαιρώντας οστά συνδέσμους ή και δίσκους οι οποίοι μπορεί να δημιουργούν πίεση στην σπονδυλική στήλη. Ο ασθενής συνήθως ανακουφίζεται άμεσα με πολύ καλά ποσοστά βραχυπρόθεσμης επιτυχίας άνω του 90%.
Συνήθως η επιλογή αντιμετώπισης δεν είναι πολύ απλή με την έννοια ότι είναι σημαντικό η απόφαση να λαμβάνεται εξατομικευμένα με βάση τις ανάγκες του κάθε ασθενούς.
Η χειρουργική παρέμβαση μακροπρόθεσμα σε συγκεκριμένες περιπτώσεις έχει παρόμοια αποτελέσματα με τις μη επεμβατικές λύσεις, ενώ οι χειρουργικές λύσεις φέρουν και έναν μικρό κίνδυνο επιπλοκών. Επιπλέον άτομα ηλικιωμένα με προβλήματα υγείας φέρουν αυξημένο κίνδυνο επιπλοκών και επομένως αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και να ζυγίζεται κατά την απόφαση της στρατηγικής αντιμετώπισης.
Η σωστή πρακτική είναι να ενημερώνεται ο ασθενής για τα υπέρ και τα κατά κάθε λύσης χειρουργικής ή μη και να συναποφασίζει με τον γιατρό.
Θα πρέπει να συζητιούνται οι ανάγκες, και οι προσδοκίες που έχει, και να δημιουργούνται ρεαλιστικοί εξατομικευμένοι στόχοι. Στο τέλος κάθε λύση θα πρέπει να ζυγίζεται ανάλογα με το πόσο κοντά βρίσκεται στους στόχους και τις ανάγκες κάθε ασθενούς και το όφελος της να συγκρίνεται με τον κίνδυνο τον οποίο φέρει.
Η τελική επιλογή ανήκει πάντα στον ασθενή, ο οποίος ενημερωμένος αποφασίζει για το ποια λύση εξυπηρετεί περισσότερο τις ανάγκες του.
Για παράδειγμα ένας ηλικιωμένος άνθρωπος με σοβαρή στένωση στην σπονδυλική στήλη και μετακίνηση των σπονδύλων του με πολλά προβλήματα όπως σάκχαρο και στεφανιαία νόσο θα ενημερωθεί για τον εξαιρετικά αυξημένο κίνδυνο της χειρουργικής λύσης. Επιπλέον οι στόχοι για έναν ασθενή που ούτως η άλλως είναι κλινήρης λόγω των προβλημάτων υγείας του είναι πιο συντηρητικοί και επομένως η αξία ενδεχόμενης χειρουργικής παρέμβασης είναι μειωμένη. Θα ενημερωθεί επιπλέον για την ασφάλεια που έχουν οι ρομποτικές ενέσεις στην σπονδυλική του στήλη και την αποτελεσματικότητα που προσφέρουν η οποία είναι παρόμοια αν και περισσότερο μακροπρόθεσμη και αργή από την χειρουργική λύση. Η πρόταση του ιατρού στον συγκεκριμένο ασθενή θα ήταν να κάνει τις ενέσεις και να αποφύγει το χειρουργείο
Ένα άλλο παράδειγμα είναι ένας νέος ασθενής που ασχολείται με τον αθλητισμό χωρίς προβλήματα υγείας ο οποίος μπορεί να έχει μια κήλη μεσοσπονδύλιου δίσκου που του δημιουργεί έντονα συμπτώματα. Ο ασθενής αυτός σαν στόχο έχει να επιστρέψει άμεσα στην ενεργό δράση. Στον συγκεκριμένο ασθενή με βάση τις ανάγκες του ο ιατρός θα προτείνει την χειρουργική αντιμετώπιση.
Με αυτόν τον τρόπο προσφέρουμε εξατομικευμένες λύσεις σε κάθε ασθενή με βάση τις ανάγκες του για να βοηθήσουμε τον ασθενή μέσα στον κόσμο στον οποίο ζει. Αυτή είναι η φιλοσοφία που θα πρέπει να ακολουθήσει η νευροχειρουργική αλλά και γενικότερα η ιατρική για να αυξήσει την προσφορά της αλλά και το συνολικό της όφελος προς το κοινωνικό σύνολο.
Σωστή χρήση της ελάχιστα επεμβατικής χειρουργικής
Πολλοί ασθενείς ταλαιπωρούνται δυστυχώς από τη λεγόμενη ισχιαλγία. Έως και το 40% του πληθυσμού μπορεί κάποια στιγμή στη ζωή του να παρουσιάσει ισχιαλγία η οποία επομένως αποτελεί ένα εξαιρετικά συχνό πρόβλημα.
Με τον όρο ισχιαλγία αναφέρονται οι γιατροί σε έναν πόνο που ξεκινά από ψηλά στη μέση ή τον γλουτό και ταξιδεύει κατά μήκος του ποδιού προς τα κάτω.
Πολλές φορές ένας τέτοιος πόνος συνοδεύεται από κάποιο εύρημα στη μαγνητική τομογραφία, συνήθως μια κήλη ή μια στένωση, που περιορίζει τον χώρο που έχουν τα νεύρα τα οποία ταξιδεύουν ανάμεσα στους σπονδύλους. Αυτός ο περιορισμός του χώρου προκαλεί συχνά τα συμπτώματα του ασθενούς τα οποία συνήθως εκτός από πόνο περιλαμβάνουν και μουδιάσματα ή ακόμα και αδυναμία.
Στις παραπάνω περιπτώσεις είναι αρκετά πιθανό αν επισκεφτείτε ένα νευροχειρουργό σπονδυλικής στήλης να σας προτείνει χειρουργική αντιμετώπιση. Σε κάποιες περιπτώσεις, ειδικά όταν ο ασθενής πάσχει από αδυναμία του κάτω άκρου η χειρουργική αντιμετώπιση είναι απολύτως δικαιολογημένη. Σε αρκετές περιπτώσεις όμως, υπάρχουν άλλες μέθοδοι αντιμετώπισης οι οποίες μπορεί να παρακάμπτονται από ιατρούς και ασθενείς για διάφορους λόγους.
Τα τελευταία έτη γίνεται μεγάλη αναφορά στις ελάχιστα επεμβατικές μεθόδους. Πολλοί συνάδελφοί μας βλέποντας μια μαγνητική τομογραφία σπονδυλικής στήλης με εύρημα και έναν ασθενή με συμπτώματα ισχιαλγίας μπαίνουν στον πειρασμό να προτείνουν στους ασθενείς την καινούρια μέθοδο της ελάχιστα επεμβατικής χειρουργικής.
Πράγματι, οι ελάχιστα επεμβατικές τεχνικές φαντάζουν αρκετά ελκυστικές και για γιατρούς και για ασθενείς, καθότι οι τομές στο δέρμα είναι πάρα πολύ μικρές έως και μόλις ένα εκατοστό, το αισθητικό αποτέλεσμα είναι εξαιρετικό και ο ασθενής φεύγει την ίδια μέρα από το νοσοκομείο χωρίς πόνο. Επίσης, αρχικά το αποτέλεσμα είναι αρκετά ικανοποιητικό καθότι τα νεύρα αποσυμπιέζονται, κάτι που πυροδοτεί έναν παροδικό ενθουσιασμό. Πολλές φορές όμως δεν εξακολουθεί η ίδια εικόνα μήνες μετά το χειρουργείο. Οι παρεμβάσεις που διενεργούνται στην ελάχιστα επεμβατική χειρουργική είναι παρόμοιες με την κλασσική χειρουργική. Η φιλοσοφία είναι η χειρουργική αφαίρεση των δομών που προκαλούν πίεση, όπως οστά, κήλες και σύνδεσμοι ώστε να αποκτήσουν χώρο τα νεύρα μας και να μειωθεί η συμπτωματολογία. Η διαφορά είναι ότι με τις ελάχιστα επεμβατικές τεχνικές οι παραπάνω παρεμβάσεις γίνονται μέσα από πολύ μικρές τομές και με περιορισμένη ορατότητα για τον χειρουργό. Αυτή η περιορισμένη ορατότητα, σε αρκετές περιπτώσεις δεν επηρεάζει την αποτελεσματικότητα. Σε κάποιες όμως συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπου δεν είναι εφικτή η πλήρης και ριζική αντιμετώπιση του προβλήματος αυξάνει αρκετά τα ποσοστά επανεπεμβάσεων.
Το πρόβλημα στη σημερινή χειρουργική πρακτική είναι δυστυχώς ότι συχνά το δέλεαρ της ελάχιστα επεμβατικής και εντός εισαγωγικών “εύκολης” τεχνικής επισκιάζει την κρίση του ιατρού αλλά και των ασθενών. Δηλαδή έχοντας τη λανθασμένη εντύπωση ότι η ελάχιστα επεμβατική χειρουργική είναι ισοδύναμη με τη μη χειρουργική αντιμετώπιση, οδηγούμαστε στην εφαρμογή της χωρίς να υπάρχει σαφής ένδειξη. Αυτό οδηγεί στην κατάχρηση των ελάχιστα επεμβατικών τεχνικών και την αύξηση του αριθμού των επανεπεμβάσεων και εν τέλει των συνολικών επιπλοκών.
Ο στόχος κάθε ιατρού ή ασθενή δεν θα πρέπει να είναι η εφαρμογή εντυπωσιακών τεχνικών, η βελτιστοποίηση του αισθητικού αποτελέσματος, και η γρήγορη ανάρρωση του ασθενούς. Ο χειρουργός σπονδυλικής στήλης δεν είναι πλαστικός χειρουργός και ο ρόλος που υπηρετεί αφορά καθαρά την βελτίωση της ποιότητας ζωής των ασθενών, κάτι που θα πρέπει να ασπαστούν και οι ίδιοι οι ασθενείς για να γίνει πραγματικότητα.
Η ποιότητα ζωής πρέπει να αξιολογείται μακροπρόθεσμα και βελτιώνεται με την μείωση του πόνου, την αύξηση της κινητικότητας και τη μείωση των ποσοστών επανεπέμβασης.
Δυστυχώς οι ελάχιστα επεμβατικές τεχνικές σε όλες τις μελέτες που έχουν δημοσιευτεί δεν έχουν αποδείξει υπεροχή όσον αφορά την αποτελεσματικότητά τους. Αν χρησιμοποιηθούν σε προσεκτικά επιλεγμένους ασθενείς, τότε αποτελούν μια εξίσου αποτελεσματική μέθοδο, με λιγότερες επιπλοκές και λιγότερη νοσηλεία. Αν όμως εφαρμοστούν τυφλά στον γενικό πληθυσμό οδηγούν σε χαμηλότερη αποτελεσματικότητα και υψηλότερο αριθμό επανεπεμβάσεων.
Θα πρέπει όλοι ασθενείς να γνωρίζουν ότι έκτος από τις ελάχιστα επεμβατικές τεχνικές υπάρχουν και οι μη επεμβατικές τεχνικές, και εκτός από τις μη επεμβατικές τεχνικές (όπως η φαρμακοθεραπεία και ή επισκληρίδιες εγχύσεις) υπάρχει και η απλή παρακολούθηση χωρίς καμιά απολύτως παρέμβαση. Σπανίως ενημερώνονται οι ασθενείς ότι έως και 70% των περιπτώσεων ισχιαλγίας υποχωρούν χωρίς καμία απολύτως παρέμβαση. Επιπλέον, η ενδυνάμωση των ραχιαίων και κοιλιακών έχει παρόμοια ποσοστά επιτυχίας χωρίς τη χρήση φαρμάκων και χωρίς καμία παρέμβαση. Επομένως η τυφλή εφαρμογή των ελάχιστα επεμβατικών τεχνικών δεν είναι δικαιολογημένη, καθότι δεν παύει να είναι μια χειρουργική επέμβαση, μέσα από μικρότερες τομές δέρματος, με διόλου ευκαταφρόνητα ποσοστά επιπλοκών αλλά και αποτυχίας.
Επομένως η χρήση των ελάχιστα επεμβατικών τεχνικών θα πρέπει να γίνεται μόνο στο πλαίσιο ενός συγκεκριμένου πρωτοκόλλου σταδιακής αντιμετώπισης και όχι τυφλά σε όλους τους ασθενείς. Οι ασθενείς θα πρέπει να αντιμετωπίζονται αρχικά με παρεμβάσεις στον τρόπο ζωής, δηλαδή ενδυνάμωση ραχιαίων και κοιλιακών και παρακολούθηση μετά από ολιγοήμερη ανάπαυση, μετά με φαρμακοθεραπεία, ακολούθως με επισκληρίδιες εγχύσεις και σαν τελευταία λύση με χειρουργείο. Το χειρουργείο μπορεί να γίνεται με ελάχιστα επεμβατικό τρόπο μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις όταν η πιθανότητα υποτροπής και επανεπέμβασης είναι χαμηλή και όταν είναι εφικτή η πλήρης επιδιόρθωση του προβλήματος χωρίς σημαντική πιθανότητα αποτυχίας. Η επιλογή πρέπει να είναι αυστηρή γιατί σε άλλη περίπτωση ο ασθενής ταλαιπωρείται με πολλαπλές επανεπεμβάσεις χωρίς να λαμβάνει κανένα επιπλέον όφελος.
Με την παραπάνω φιλοσοφία θα καταφέρουμε να μεγιστοποιήσουμε την προσφορά μας προς στους ασθενείς μας αυξάνοντας την ποιότητα ζωής τους την οποία και υπηρετούμε, βάζοντας πάντα στην άκρη την χειρουργική και επαγγελματική μας φιλοδοξία προς όφελος των ασθενών μας.


